Γράφει ο Ανδρέας Φουράκης.
Θάλασσα, θάλασσα.
Σημαδεμένη η ζωή μου όλη από εσένα, θάλασσα γαλάζια, θάλασσα πράσινη, θάλασσα μαύρη.
Θάλασσα γλυκιά, ξελογιάστρα, αφρισμένη, άγρια, περήφανη, απρόβλεπτη.
Θάλασσα του κινδύνου, της περιπέτειας, της απεραντωσύνης και του άγνωστου.
Θάλασσα της αγάπης, της χαράς και της ζωής.
Θαλασσα του πόνου, της αβύσσου και του φόβου, μα πάντα και για πάντα, όμορφη αγαπημένη μου.
Γλάρος γκρέκους μαρκαδόρους.
Τις έχουν κάποιες κακές συνήθειες οι γλάροι του νησιού. Πρώτα απ' όλα κάνουν τις φωλιές τους ψηλά στα βράχια και σαν οι νεοσσοί μεγαλώσουν αρκετά και το σώμα τους γεμίσει φτερά, τους κάνουν το σιχτίρ-πιλάφι γκρεμοτσακίζοντάς τους κυριολεκτικά στη θάλασσα. Ούτε μαμ ούτε άτα πια. "Ουστ, να μάθετε μπάνιο χαραμοφάηδες, να βγάζετε το ψάρι με τον ιδρώτα σας κι' όποιος αντέξει, κι' όποιος δεν αντέξει να πίνει θάλασσα μέχρι να πάθει λύσσα". Υπ' όψιν δε ότι οι νεοσσοί δεν είναι ικανοί να πετάξουν ακόμα.